Αρθρογραφία

Σας άρεσε (πατήστε για αφαίρεση)

Αναθεώρηση συντάγματος, μία ήττα για την κοινωνία.

Αναθεώρηση συντάγματος, μία ήττα για την κοινωνία.

    Εν πρώτοις η παραπάνω δήλωση ίσως φανεί από παράξενη εώς εξοργιστική για κάποιους – πως θα μπορούσε δηλαδή ενώ και με αφορμή τα Τέμπη είναι πιθανόν να προωθηθούν ορισμένες μεταρρυθμίσεις στο σύνταγμα μας, όπως λχ η κατάργηση του ακαταδίωκτου των βουλευτών, να θεωρούμε μία αναθεώρηση του συντάγματός μας ως ήττα για εμάς, για την κοινωνία μας; Πράγματι κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως μία τέτοια εξέλιξη είναι πέρα για πέρα θετική και άρα ανοησιολογούμε καταλογίζοντας την ως ήττα. Θεωρούμε ωστόσο πως το ζήτημα είναι πολυπλοκότερο και εκτείνεται βαθύτερα από μία τέτοια ανάγνωση, και αυτό είναι που θα γίνει προσπάθεια να εξηγηθεί μέσω του παρόντος άρθρου. 

    Ως γνωστόν η θέση που βρίσκεται στον πυρήνα της προσπάθειας μας είναι το ότι το πολίτευμα μας – ο κοινοβουλετισμός – δεν είναι ένα δημοκρατικό αλλά αντ’αυτού πρόκειται περί ολιγαρχικού πολιτεύματος, συνεπώς το σύνταγμα μας ( ή ορθότερα, το σύνταγμα τους ) εκφράζει και περιγράφει μία τέτοια ολιγαρχική θέσμιση. Αν κάποιος διεξέλθει και αναγνώσει τα άρθρα του θα φρίξει με την προνομιούχα θέση που δίδεται στα πολιτικά πρόσωπα, υπουργούς, βουλευτές, πρωθυπουργό, ΠτΔ, με την ανελεγξία και την ατιμωρησία που απολαμβάνουν, με την απουσία διάκρισης και αυτοδυναμίας των τριών εξουσιών ( Νομοθετικής, Δικαστικής, Εκτελεστικής ) και ούτω καθεξής – μία εκτενέστερη αναφορά περί του θέματος εδώ δεν θα προσέθετε κάτι στο ζήτημα που εξετάζουμε, αρκεί κανείς να αναδιφήσει στο σύνταγμα μας για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Ως εκ τούτου εύλογα κάποιος θα παρατηρήσει πως το σύνταγμα μας χρήζει βελτίωσης, άρα μία αναθεώρηση του αποτελεί μία θετική εξέλιξη. Τι θα σήμαινε όμως μία ενδεχόμενη αναθεώρηση του και για ποιόν λόγο θα συνέβαινε ενδεχομένως;

    Κατ’αρχάς θα ήταν από άτοπο έως γελοίο να ισχυριστούμε πως το πολιτικό σύστημα εν γένει με όλους τους φορείς του, ανεξαρτήτως κόμματος, πολιτεύεται εδώ και 50 χρόνια με αυτό το σύνταγμα ( το οποίο σε πολλά του σημεία είναι παρόμοιο με αυτό από το μακρινό 1864, το πρώτο «κοινοβουλευτικό» σύνταγμα !! ) και σήμερα ξάφνου αναγνώρισε την ανάγκη αλλαγής του ( φυσικά αναθεωρήσεις έχουν υπάρξει στο παρελθόν, ποτέ όμως δεν εθίγησαν τα καίρια του σημεία ). Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρέπει να θεωρήσουμε πως είτε οι φορείς του πολιτεύματος μας και ειδικότερα οι ασκούντες την νομοθετική εξουσία δεν μπήκαν στον κόπο να το διαβάσουν, είτε πως δεν θέλησαν να μεταβάλλουν τα σημεία εκείνα που τους δίνουν τα προνόμια τους και καταστρατηγούν την ισονομία, την διάκριση των εξουσιών, σε τελική ανάλυση την εύρυθμη και ευνομούμενη λειτουργία της πολιτείας. Προφανώς την μεν πρώτη περίπτωση πρέπει να την θεωρήσουμε ως απίθανη, ενώ την δεύτερη ως την μάλλον ισχύουσα. Οι φορείς του κοινοβουλευτισμού εδώ και δεκαετίες απέδειξαν πέραν πάσης αμφιβολίας την απροθυμία τους για βελτίωση της δομής και της διάρθρωσης του πολιτεύματος, καθιστώντας εαυτούς πρωτεργάτες της κάκιστης κατάστασης της πολιτείας μας. Αν λοιπόν κάτι τέτοιο ισχύει τότε γιατί σήμερα η αναθεώρηση του συντάγματος σε κάποια καίρια σημεία έχει μπει στον δημόσιο διάλογο;

    Δεν συλλογιζόμαστε σοβαρά φυσικά αν ισχυριστούμε πως ξαφνικά το πολιτικό σύστημα «ανένηψε», είδε ποιό είναι το πρέπον και αποφάσισε να το εφαρμόσει. Το πολιτικό σύστημα είναι που δημιούργησε αυτό το σύνταγμα εξ αρχής, το πολιτικό σύστημα είναι που  γνώριζε πολύ καλά την υφή του συντάγματος, τις κακοτοπιές του, αλλά συνέχιζε – και συνεχίζει για την ώρα – προσκολλημένο σε αυτό. Ας λεχθεί το ότι την στιγμή που το παρόν άρθρο γράφεται η προαναφερθείσα αναθεώρηση παραμένει ένα μακρινό ενδεχόμενο, ένα μεγάλο αν, ως εκ τούτου το ζήτημα εδώ αφορά μία καθαρά θεωρητική για την ώρα μελλοντική εξέλιξη. Μία τέτοια εξέλιξη μπορεί όντως να μην συμβεί, στην περίπτωση όμως αυτή ο κοινοβουλευτισμός θα έχει αποδείξει άλλη μία φορά περίτρανα και πασιφανέστατα το ποιόν του, στην περίπτωση ωστόσο που οι εξελίξεις τείνουν προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο πρέπει να επισημανθούν ορισμένα σημεία. Το πρώτο είναι το προφανές, το πολιτικό σύστημα θα προχωρήσει αν προχωρήσει προς μία τέτοια μεταβολή επί της ουσίας εξαναγκαζόμενο και όχι θεληματικά. Πράγματι, είναι η κοινωνία που με έμμεσο τρόπο προωθεί ένα τέτοιο ζήτημα, μιάς και η δυσαρέσκεια της με το πολιτικό σύστημα εν γένει έχει φτάσει σε ιστορικό υψηλό, σε επικίνδυνα επίπεδα για το σαθρό μας πολίτευμα και τους φορείς του. Και εδώ βρίσκεται το δεύτερο σημείο, μία τέτοια μεταβολή κατά τα προηγούμενα θα προκύψει περισσότερο ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» της δυσαρέσκειας και της οργής της κοινωνίας. Ως μία καταναγκαστική παραχώρηση του πολιτικού συστήματος προς τους πολίτες ώστε να αποφύγει την ολοσχερή κατάρρευση του διατηρώντας την κυριαρχία του, έστω και μειωμένη κατά έναν κάποιο βαθμό. Εδώ πρέπει να σταθούμε για να ξεκαθαριστεί το εξής προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν ισχυριζόμαστε επ’ουδενί πως μία τέτοια αλλαγή σαν αυτή που πραγματεύεται το άρθρο είναι κακή και άσχημη – πράγματι κάτι τέτοιο θα αποτελέσει μία βελτίωση του παρόντος καθεστώτος. Αυτό που υποστηρίζουμε ωστόσο είναι πως το ζητούμενο δεν είναι μία βελτιωμένη, μία λιγότερο χειρότερη ολιγαρχία αλλά ένα πολίτευμα πραγματικά δημοκρατικό. Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί είναι να επαναπαυθεί η κοινωνία έχοντας «κερδίσει» ( ό,τι δηλαδή θα ήθελε το ίδιο το καθεστώς να πιστεύουν τα άτομα ), παραβλέποντας και αδιαφορόντας για οτιδήποτε περαιτέρω, μία κατάσταση δηλαδή που είναι προς όφελος του καθεστώτος – αν οι καταστάσεις φτάσουν σε τέτοιο σημείο που είτε πρέπει να αντιμετωπίσει μία πιθανή κατάρρευση είτε να αφήσει πίσω κάποια απ’τα «βασιλικά» του προνόμια επεκτείνοντας και διαιωνίζοντας όμως την ύπαρξη του, πρέπει να είμαστε μάλλον σίγουροι πως το καθεστώς, κάθε καθεστώς θα επιλέξει το δεύτερο. Και εκεί έγκειται ακριβώς η ήττα της κοινωνίας. Μία κοινωνία που βρίσκεται σε κατάσταση υποτέλειας στις πολιτικές αποφάσεις της τάδε ή της δείνα κυβέρνησης και των τάδε ή δείνα «αντιπροσώπων» δεν κερδίζει την ( πολιτική ) ελευθερία της αν συμβεί το απολύτως ελάχιστο προς τις δομές που κάθε πολιτεία θα έπρεπε να έχει, δηλαδή να μην δρουν οι αξιωματούχοι της ως άλλοι τύραννοι, ανεξέλεγκτοι και ανεύθυνοι πάντων. Πράγματι, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο μίας τέτοιας μεταβολής δεν θα έχουμε κερδίσει το να έχουμε εμείς ως πολίτες τον καθοριστικό λόγο για τα πολιτικά ζητήματα, για το τι συμβαίνει στην χώρα μας, απλώς θα έχουμε περιορίσει κάπως την αυθαιρεσία των εξουσιαστών μας, ενόσω αυτοί παραμένουν εξουσιαστές μας. Πρέπει λοιπόν να κοιτάξουμε μακρύτερα, πρέπει να στοχεύσουμε στην κατάκτηση της συλλογικής μας ελευθερίας ως σώμα των πολιτών. Και αυτό φυσικά δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο με την μετάβαση σε δημοκρατικό πολίτευμα. Σε ένα πολίτευμα που οι κυρίαρχοι της ίδιας μας της πολιτείας θα είμαστε εμείς ως σώμα πολιτών, ως δήμος, όχι οι αυτοαποκαλούμενοι «αντιπρόσωποι» μας που είναι κατ’ουσίαν δυνάστες μας – είτε με περιορισμένη την αυθαιρεσία τους είτε όχι. 

Previous Article

Δημοκρατία – Μια επιστημονική τεκμηρίωση

Next Article

Πολιτική κυριαρχία, μία παρεξηγημένη έννοια.

You might be interested in …

Σε προσκαλούμε να γίνεις μέρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης της χώρας