Θεμελιώδεις Πολιτικές Έννοιες για την Κατανόηση και Υπέρβαση του Υφιστάμενου Πολιτικού Παραδείγματος.
Καταρχάς, κρίνεται σκόπιμο να αποσαφηνιστούν ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες, οι οποίες είναι
απαραίτητες για την κατανόηση των ζητημάτων που θα αναπτυχθούν στην παρούσα ανακοίνωση.
Τι είναι πολιτική;
Η πολιτική είναι το κοινωνικό φαινόμενο που καθορίζει και περιγράφει τον τρόπο συνοχής και
λειτουργίας μιας κοινωνίας.
Πολιτικό σύστημα
Ως πολιτικό σύστημα ορίζεται ο μηχανισμός μέσω του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις σε μία
πολιτεία και προσδιορίζεται η σχέση της κοινωνίας με αυτές. Από την άποψη της τυπολογίας και της
μορφολογίας τους, τα πολιτικά συστήματα διαφοροποιούνται με βάση τον τρόπο με τον οποίο η
κοινωνία συμμετέχει ή συνδέεται με τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.
Ενδεικτικά, όταν η κοινωνία περιορίζεται στο να νομιμοποιεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό, τότε το
σύστημα χαρακτηρίζεται ως εκλόγιμη μοναρχία. Στο πλαίσιο αυτό, το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας
και εκείνο της Γαλλίας εμφανίζουν τυπολογική ομοιότητα, αλλά διαφοροποιούνται μορφολογικά.
Αξίζει να επισημανθεί ότι ο χαρακτηρισμός του σύγχρονου πολιτικού συστήματος ως «δημοκρατία»,
όταν συνοδεύεται από επιθετικούς προσδιορισμούς όπως «ελλιπής», «έμμεση»,
«αντιπροσωπευτική», «αστική» κ.ά., στρεβλώνει την έννοια της δημοκρατίας και δημιουργεί σύγχυση
ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο της έννοιας «πολιτικό σύστημα». Δυστυχώς, σύγχρονοι διανοητές
συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν το νοηματικό φορτίο αυτών των εννοιών και τη σημασία τους στη
διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης στους πολίτες, με αποτέλεσμα, μέσα από την αδόκιμη χρήση των
όρων «δημοκρατία» και «πολιτικό σύστημα», να παραμορφώνεται το περιεχόμενό τους.
Κατά συνέπεια, το κεντρικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του πολιτικού συστήματος είναι ο τρόπος
με τον οποίο σχετίζεται η κοινωνία με τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Για τον λόγο αυτό, η
έννοια της δημοκρατίας δεν μπορεί να νοηθεί εάν η κοινωνία δεν συμμετέχει ενεργά στη λήψη των
αποφάσεων· κάθε άλλη περίπτωση αποτελεί στρέβλωση του όρου.
Διάκριση μεταξύ αλλαγής πολιτικού συστήματος και αλλαγής κυβέρνησης
Συχνά παρατηρείται η σύγχυση της έννοιας της αλλαγής πολιτικού συστήματος με εκείνη της αλλαγής
κυβέρνησης. Ωστόσο, οι δύο αυτές έννοιες διαφέρουν ουσιωδώς.
Η αλλαγή πολιτικού συστήματος σηματοδοτεί τη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής
εξουσίας. Αντίθετα, η εναλλαγή προσώπων στην κυβέρνηση ή η υιοθέτηση νομοθετικών
μεταρρυθμίσεων δεν συνιστούν πολιτειακή αλλαγή, καθώς δεν μεταβάλλουν τον ίδιο τον πυρήνα του
πολιτικού συστήματος.
Πολιτική οργάνωση
Η πολιτική οργάνωση μπορεί να οριστεί ως η διαδικασία μέσω της οποίας επιτυγχάνεται ο
συντονισμός ανθρώπων, πόρων και δραστηριοτήτων, με στόχο την πραγμάτωση συγκεκριμένων
σκοπών και επιδιώξεων. Η συνεκτικότητα του οργανωτικού σχήματος αναφέρεται στη συνοχή που
διαμορφώνεται στο επίπεδο των αντιλήψεων, των αξιών και των πεποιθήσεων. Από τη μία πλευρά, η
διάσταση της συνοχής αφορά τις διαδικασίες που ενοποιούν τα μέλη της οργάνωσης σε λειτουργικό
επίπεδο, από την άλλη, η συνεκτικότητα παραπέμπει σε κοινά εννοιολογικά και γνωσιολογικά
εργαλεία καθώς και μεθοδολογία για την προσέγγιση του κοινωνικοπολιτικού φαινομένου, τα οποία
εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και τη σταθερότητα του πολιτικού σχήματος.
Ρόλος των πολιτικών κομμάτων
Ο βασικός ρόλος των πολιτικών κομμάτων είναι να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές μεταξύ κοινωνίας
και κράτους. Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται κατά τη μετάβαση από τη δεσποτεία στον πρώιμο
ανθρωποκεντρισμό. Στην ελληνική ιστορική εμπειρία, ωστόσο, δεν συναντούμε κόμματα.
Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι, λόγω της συμμετοχής της, η κοινωνία είχε άμεσο ρόλο
υποστασιοποιημένη θεσμικά στην πολιτική διαδικασία επομένως, δεν υπήρχε ανάγκη ύπαρξης
κομμάτων. Η εμφάνιση των κομμάτων αποτελεί νεωτερικό φαινόμενο, το οποίο δεν συνδέεται με τη
δημοκρατία και ούτε αποτελεί συστατικό της στοιχείο. Αντιθέτως, σχετίζεται με την απουσία της,
καθώς προϋποθέτει την ύπαρξη ενός διαμεσολαβητή που θα γεφυρώνει τη σχέση κοινωνίας και
κράτους. Τα κόμματα, επομένως, αποτελούν θεσμική απάντηση στην έλλειψη της συμμετοχής των
πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, και όχι έκφραση της ίδιας της δημοκρατικής αρχής.
Πολιτικό πρόταγμα
Το πολιτικό πρόταγμα συνιστά την προτεραιότητα που τίθεται για την επίτευξη μιας νέας
κοινωνικοπολιτικής κατάστασης, εκεί ακριβώς εδράζεται και ο ορισμός του.
Η πολιτική οργάνωση ακολουθεί τον σκοπό και τον στόχο δεν προηγείται ώστε να τους διαμορφώσει.
Μια οργάνωση που δημιουργείται χωρίς σαφές πρόταγμα μοιάζει με καράβι χωρίς πυξίδα, μπορεί να
πλέει, αλλά στερείται προσανατολισμού. Αντιθέτως, η ύπαρξή της προκύπτει από ένα αίτημα, μια
απαίτηση ή μια πρόταση, τα οποία επιδιώκει να αναδείξει και να προωθήσει. Ο σκοπός και ο στόχος
αποτελούν τον καθοριστικό ορίζοντα της ύπαρξης κάθε οργάνωσης, το θεμέλιο πάνω στο οποίο
χτίζεται η διάρκειά της.
Εάν εξετάσουμε τα πολιτικά κόμματα από τη μεταπολίτευση έως σήμερα, διαπιστώνουμε ότι διάρκεια
έχουν, αφενός, όσα βρίσκονται κοντά στην ανάληψη της εξουσίας —όπου ο ενοποιητικός παράγοντας
είναι η προοπτική της κυβερνητικής διαχείρισης— και αφετέρου, όσα διαθέτουν υψηλό βαθμό
ιδεολογικής συνεκτικότητας, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ). Η ισχυρή συνεκτικότητα
λειτουργεί σαν η κόλλα που συγκρατεί τα μέλη ενωμένα στον χρόνο, ενώ η προοπτική εξουσίας δρα
σαν ο μαγνήτης που τα προσανατολίζει προς έναν κοινό σκοπό.
Αντίθετα, όταν δεν υπάρχει η απαιτούμενη συνεκτικότητα και επιχειρείται η συγκρότηση μιας
οργάνωσης που προϋποθέτει υψηλή συνεκτικότητα, τότε η διαδικασία μοιάζει με το να βάζουμε το
κάρο μπροστά από το άλογο, η λογική αντιστρέφεται και η λειτουργία καθίσταται ατελέσφορη. Οι
οργανωτικές σχέσεις πρέπει να είναι ανάλογες με τον βαθμό συνεκτικότητας διαφορετικά, η ίδια η
οργάνωση οδηγείται σε πρόωρη φθορά. Έτσι, κόμματα και πολιτικές κινήσεις που στερούνται τόσο
αυξημένης συνεκτικότητας όσο και προοπτικής εξουσίας έχουν αναπόφευκτα μικρό χρόνο ζωής.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τέτοιοι σχηματισμοί είτε ενσωματώνονται ως δευτερεύοντα και
συμπληρωματικά στοιχεία των κυβερνητικών επιλογών είτε διαλύονται στα εξ ων συνετέθη, χάνοντας
κάθε αυτοτέλεια και πολιτικό νόημα.
Τι σημαίνει πολιτική συμμετοχή κατά τη νεωτερική αντίληψη
Πολιτική συμμετοχή σημαίνει να μετέχουμε σε σωματεία, σε συνδικάτα, σε διαδηλώσεις όχι όμως να
είμαστε συμμέτοχοι στον έλεγχο των κυβερνητικών αποφάσεων ή στη διαδικασία που λαμβάνονται οι
αποφάσεις. Αυτή η έννοια συμμετοχής δεν έχει καμία σχέση με το πώς αντιλαμβανόταν την πολιτική
συμμετοχή ο ελληνικός κόσμος.
Οι αλλαγές των πολιτικών συστημάτων
Η κριτική και η άρνηση του πολιτικού συστήματος είναι μεν αναγκαίες προϋποθέσεις για την αλλαγή
του, ωστόσο δεν επαρκούν από μόνες τους. Για να πληρωθεί η ικανή συνθήκη απαιτείται η ύπαρξη
ενός άλλου πολιτικού παραδείγματος, με σαφές πρόταγμα την αλλαγή του υπάρχοντος, το οποίο θα
τεθεί ως αίτημα από την ίδια την κοινωνία. Χωρίς αυτό, καμία πραγματική αλλαγή πολιτικού
συστήματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί το μόνο που θα βλέπουμε είναι αλλαγές κυβερνήσεων
και οριακών θεσμικών μεταρρυθμίσεων εντός του υπάρχοντος πολιτειακού παραδείγματος.
Οι μεταβολές στα πολιτικά συστήματα συμβαίνουν όταν το κυρίαρχο πολιτικό παράδειγμα αδυνατεί
να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες που αναδύονται στην εξελικτική πορεία των κοινωνιών. Σήμερα,
ενώ η οικονομία και οι τεχνολογίες εξελίσσονται ραγδαία, το πολιτικό σύστημα παραμένει
αγκιστρωμένο σε ένα παρελθόν που ανταποκρινόταν σε άλλες ανάγκες. Βρισκόμαστε έτσι σε μια
περίοδο όπου διαφαίνονται οι πρώτες ρωγμές από την αδυναμία του υφιστάμενου πολιτικού
παραδείγματος να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες.
Εξέλιξη σημαίνει νέες ανάγκες. Και οι ανάγκες αυτές απαιτούν αλλαγές στο θεσμικό και, στη συνέχεια,
στο αξιακό πεδίο. Οι νέες τεχνολογίες παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη, καθώς
δημιουργούν πιέσεις που ωθούν σε θεσμικές και πολιτικές αλλαγές. Ταυτόχρονα, όμως, συμβάλλουν
και στη δημιουργία των δυνατοτήτων που καθιστούν εφικτές αυτές τις αλλαγές – για παράδειγμα,
στον τομέα της επικοινωνίας, όπου η διάχυση της πληροφορίας και η ταχύτητα ανταλλαγής ιδεών
επιτρέπουν τη διαμόρφωση νέων συλλογικών μορφών δράσης και συμμετοχής.
Αλλαγή συντελείται όταν η αναγκαιότητα συναντά τη δυνατότητα. Τι συνέβη, για παράδειγμα, κατά τη
μετάβαση από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό στη Δυτική Ευρώπη; Η μεγάλη κλίμακα
του κράτους έθνους δημιούργησε νέες ανάγκες στις οποίες το καθεστώς της δουλοπαροικίας δεν
μπορούσε να ανταποκριθεί. Προέκυψε η ανάγκη για νέες τεχνολογίες, για την ανάπτυξη της μαζικής
παραγωγής. Οι παραγωγικές δυνάμεις εξελίχθηκαν και πλέον δεν απαιτούσαν ο άνθρωπος να είναι
ιδιοκτησία κάποιου άλλου που τον συντηρεί εσαεί. Τον χρειάζονταν μόνο για ένα περιορισμένο
ωράριο εργασίας, ενώ έξω από αυτό δεν υπήρχε ενδιαφέρον για το πώς θα ζήσει.
Έτσι διαμορφώθηκε η ανάγκη για τη θέσμιση της ατομικής ελευθερίας. Το πρόταγμα που τέθηκε ήταν
η κατοχύρωση της ατομικής ελευθερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και της εκλόγιμης μοναρχίας. Ο
μονάρχης δεν έπρεπε πλέον να είναι κληρονομικός, αλλά να νομιμοποιείται από το κοινωνικό σώμα
και να λειτουργεί εντός συνταγματικών πλαισίων. Ήταν αυτές οι νέες κοινωνικές ανάγκες που άνοιξαν
τον δρόμο σε θεσμικές μεταβολές.
Η παγίδα του μη χείρον βέλτιστο
Η λογική του «μη χείρον βέλτιστο» μπορεί να λειτουργήσει ως περιστασιακός ελιγμός μέσα σε μια
στρατηγική, όταν το πλαίσιο των επιλογών είναι ασφυκτικά περιορισμένο. Όταν όμως παύει να είναι
μια προσωρινή τακτική και εγκαθίσταται ως πάγια νοοτροπία και πολιτική συμπεριφορά, τότε
εγκυμονεί μια επικίνδυνη ανατροπή, αυτό που σήμερα λογίζεται ως χειρότερο, αύριο αναγορεύεται
σε βέλτιστο. Έτσι εγκλωβιζόμαστε σε μια καθοδική πορεία, όπου το κατώτερο σταδιακά
νομιμοποιείται ως ανώτερο, μετατρέποντας τη διαρκή υποχώρηση σε «κανονικότητα».
Η λογική της επιλογής «του καλύτερου από τους χειρότερους» αποτελεί μια παγίδα που εγκλωβίζει
τον πολίτη σε έναν φαύλο κύκλο. Στην πραγματικότητα, δεν συνιστά άσκηση ελευθερίας αλλά
αναγκαστική συμμόρφωση. Είναι σαν να καλείσαι να διαλέξεις το λιγότερο πικρό δηλητήριο ακόμη κι
αν το επιλέξεις, παραμένει δηλητήριο.
Όταν η κοινωνία λειτουργεί με αυτό το σκεπτικό, αναπαράγει ακριβώς εκείνες τις δομές που
παράγουν τη μετριότητα. Αντί να ανοιχτεί ο ορίζοντας του πολιτικού προτάγματος, συρρικνώνεται σε
μια αέναη διαχείριση της παρακμής. Έτσι, ο πολίτης μετατρέπεται από δημιουργός της πολιτείας σε
απλό διαχειριστή της οπισθοδρόμησης της.
Η μεταφορά είναι απλή, όταν το κατώφλι της πολιτικής επιλογής τοποθετείται χαμηλά, τότε κάθε
«καλύτερος» είναι απλώς το πιο ευπαρουσίαστο πρόσωπο ενός ίδιου συστήματος. Η επιλογή δεν
λειτουργεί απελευθερωτικά αλλά νομιμοποιητικά είναι σαν να επιλέγεις ποιος δεσμοφύλακας θα σου
κλειδώσει το κελί.
Η συμμετοχή σε αυτό το σχήμα δεν οδηγεί στη βελτίωση αλλά στην αναπαραγωγή του χειρότερου,
διότι ενισχύει εκείνες τις δομές που επιβιώνουν μόνο μέσα από την ψευδαίσθηση της «μικρότερης
ζημιάς». Ο πολίτης πιστεύει ότι αποτρέπει το κακό, αλλά στην πραγματικότητα το καλλιεργεί. Είναι
σαν να προσπαθείς να σβήσεις τη φωτιά με λάδι, κάθε κίνηση που θεωρείται σωτήρια, τροφοδοτεί τη
φλόγα.
Η πολιτική πρακτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην επιλογή ανάμεσα σε προκατασκευασμένα και
στρεβλά διλήμματα. Αντίθετα, οφείλει να θεμελιώνεται στην ελευθερία διαμόρφωσης νέων
προταγμάτων, νέων δυνατοτήτων και νέων μορφών συγκρότησης της συλλογικής ζωής. Όσο η
κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση της “καλύτερης” επιλογής εντός ενός
δυσλειτουργικού πλαισίου, τόσο συντελεί, έστω και άθελά της, στη διαιώνιση και επιδείνωση των
αδιεξόδων.»
Το εν λόγω άρθρο αποτελεί μέρος από την ανακοίνωση του 4ου συμποσίου της Κοσμοσυστημικής
Γνωσιολογίας με θέμα: “Γιατί η κριτική στο υπάρχον πολιτικό παράδειγμα δεν οδηγεί στην αλλαγή του – ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την υπέρβαση του – τι μας διδάσκει η κοσμοσυστημική γνωσιολογία”
Κωσταντίνος Δούνας


