Αρθρογραφία

Μου αρέσει

Τι εμποδίζει την δημοκρατία σήμερα;

Τι εμποδίζει την δημοκρατία σήμερα;

    Αν υποθέσουμε χάριν παραδείγματος πως η δημοκρατική προοπτική είναι μία πραγματικά άξια προοπτική για την Ελλάδα προς αντικατάσταση του σαπισμένου και ολέθριου κοινοβουλευτισμού, ειδικά δε μετά από όλη την φαυλότητα που βιώσαμε ως κοινωνία τα τελευταία 15 χρόνια, πρέπει να παραδεχθούμε πως συναντά ισχυρές αντιδράσεις από την ίδια την κοινωνία των πολιτών, από αυτή  δηλαδή που θα περίμενε κανείς εκ πρώτοις να αγκαλιαστεί μιάς και αυτήν ( την κοινωνία ) ισχυροποιεί και ωφελεί. Στο παρόν άρθρο θα δούμε μερικούς πιθανούς συντελεστές που παρεμποδίζουν την επικράτηση της δημοκρατικής συνείδησης στην κοινωνία και ως εκ τούτου την πρακτική επικράτηση και της ίδιας της δημοκρατίας έναντι της ολιγαρχίας. 

    Είναι φυσικό και επόμενο κάθε καθεστώς να μεριμνά πρωτίστως για την ίδια του την υπόσταση, να μην θέλει δηλαδή να ανατραπεί. Όταν μιλάμε για άλλα πολιτεύματα πέραν της δημοκρατίας μιλάμε για ένα πολιτικό σύστημα και μία πολιτεία που είναι αποκομμένη από την κοινωνία, από τους πολίτες. Εφόσον λοιπόν  αυτές οι δύο έννοιες, πολίτης και πολιτεία, βρίσκονται σε αυτά απέναντι το κάθε μη δημοκρατικό καθεστώς χρειάζεται «πολίτες» με τέτοια νοοτροπία που να του επιτρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί ως καθεστώς, και χρησιμοποιεί φυσικά για αυτόν τον σκοπό τα όποια διαθέσιμα μέσα για να τον πετύχει. Όταν το προαναφερθέν σύστημα λειτουργεί σχετικά καλά και παράγει μία κάποια ευμάρεια οι τάσεις ανατροπής από την κοινωνία είναι λιγότερες και άρα ο κίνδυνος μικρότερος, όταν όμως αρχίζει η παρακμή του η δυσαρέσκεια μεγαλώνει και μαζί της εντείνονται οι δεσποτικές τάσεις του καθεστώτος. Τότε είναι κυρίως που το σύστημα θα μεταχειριστεί τα εργαλεία του, θεμιτά και αθέμιτα, ώστε να εμποδίσει την ανατροπή του από την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι που παρατηρεί πρώτος ο Αριστοτέλης, ο οποίος γράφει στα «Πολιτικά» του:

΄΄Η τυραννίδα τρεις στόχους έχει [ ώστε να μην ανατραπεί ]. Πρώτον να εξουδετερώσει το φρόνημα των πολιτών ( γιατί οι μικρόψυχοι δεν μπορούν να της αντισταθούν ), δεύτερον να μην εμπιστεύονται οι πολίτες ο ένας τον άλλον ( γιατί η τυραννίδα δεν ανατρέπεται προτού οι πολίτες δείξουν εμπιστοσύνη αναμεταξύ τους ) […] τρίτος σκοπός είναι η εξασθένηση των πολιτών ( διότι κανείς δεν επιχειρεί ούτε την κατάλυση της όταν στερείται τα απαραίτητα και τον απορροφά πλήρως η βιοτική μέριμνα ). ΄΄ Αριστοτέλης, Πολιτικά, βιβλίο Ε, 1314a. 

   Είναι παράδοξο αλλά συνάμα και θαυμαστό το γεγονός πως ενώ έχουν περάσει 25 και πλέον αιώνες από την εποχή που αυτό το απόσπασμα γράφτηκε, εντούτοις τα γραφόμενα παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα, έχοντας σχεδόν πλήρη εφαρμογή στην εποχή μας. Πράγματι αν εξετάσουμε αυτές τις τρεις αρχές, παρόλο που αναφέρονται σε τυραννικά καθεστώτα, θα τις βρούμε να υφίστανται και να λειτουργούν στην περίπτωση της Ελλάδας σήμερα – και εδώ βρίσκεται ένα πρώτο σημείο που εξηγεί την μη πτώση του ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού επί του παρόντος. Για να ανατραπέι και επομένως να έρθει η δημοκρατία είναι απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση αφενός η κοινωνία να έχει ισχυρό φρόνημα και αφετέρου να μην είναι διχασμένη και αντιμαχόμενη, διότι τότε τίποτα δεν μπορεί να διεκδικήσει ως σύνολο καταλήγοντας στην συνέχιση της υποτέλειας της. Τέτοιες νοοτροπίες, δηλαδή η ηττοπάθεια, η ολιγοψυχία, η μισοπατρία, ο διχασμός, η φιλαπεχθημοσύνη μεταξύ άλλων σπάρθηκαν εντέχνως στους «πολίτες» αποδυναμώνοντας τους. Σημαντική συμβολή σε αυτό είχαν και έχουν φυσικά και τα κόμματα και οι καθεστωτικοί διανοούμενοι φέρνοντας και διαδίδοντας τις διάφορες ολιγαρχικές ιδεολογίες και κυρίως το δίπολο «αριστερά – δεξιά» εμφυσώντας εν τέλει την διχόνοια εντός της κοινωνίας αντί να καλλιεργείται η ομόνοια. Έτσι κάθε ζήτημα ανάγεται σε μία αντιμαχία, είτε «αριστερών και δεξιών», είτε με όποιους άλλους ευφάνταστους χαρακτηρισμούς έχουν αποδοθεί, με αποτέλεσμα η πολιτική φρόνηση να διαφθείρεται σε τέτοιο βαθμό που η πλειονότητα να μην ενδιαφέρεται από ένα σημείο και έπειτα ούτε για την αλήθεια, ούτε για το ωφέλιμο για την κοινωνία και την πολιτεία αλλά απλώς για την επικράτηση της δικής της παράταξης, της δικής της ιδεολογίας. Ό,τι κομίζει ο αντίπαλος είναι μισερό και το αντιμάχεται με πάθος. Η πολιτική έχει υποβαθμιστεί και καταντήσει έτσι από την τέχνη της διαχείρισης των κοινών ζητημάτων της κοινωνίας σε οπαδικό αγώνα φανατικών, από τους «πολιτικούς αρχηγούς» και τους συν αυτοίς μέχρι τα μέλη της ίδιας της κοινωνίας. Το μίσος και η αντιπάθεια διαχέεται έτσι παντού σαν δηλητήριο, ως μία ταφόπλακα της συνένωσης της κοινωνίας προς έναν μεγάλο κοινό σκοπό, όπως αυτός της αλλαγής του πολιτεύματος από κοινοβουλευτισμό ( ολιγαρχία ) σε δημοκρατία. Αλλά έχει εκλείψει και το φρόνημα της κοινωνίας για έναν τέτοιο σκοπό, εν μέρει συμπαρασυρόμενο από την προαναφερθείσα διχόνοια ( διότι δύσκολα μία κοινωνία που τα μέλη της εχθρεύονται τα άλλα μέλη της θα πιστέψει στην δύναμη της ) και εν μέρει επειδή μία τέτοια ηττοπαθής νοοτροπία έχει εντέχνως σπαρεί στα μέλη της από το καθεστώς. Πράγματι, ο πολίτης που υποβαθμίζεται σε υπήκοο του κράτους –δηλαδή σε υποκείμενο της πολιτικής εξουσίας από αξιωματούχος και συστατικό μέλος της πολιτείας όπως θα ήταν σε μία δημοκρατία – αρχίζει όταν αυτή η φρόνηση ριζώσει μέσα στην συνείδηση του να τοποθετεί αυτή την οντότητα του «κράτους» ως κάτι ξεχωριστό απ’αυτόν, πολλές φορές μάλιστα ( και κατά κόρον στην περίπτωση της Ελλάδας ) και εχθρικό προς αυτόν, συνεπώς η αδιαφορία και ακόμα η εχθρότητα προς την πολιτεία έρχονται σαν φυσικά επακόλουθα. Όμως μία τέτοια νοοτροπία ενσπαρμένη σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας γεννά εκτός από πολλές ατομικότητες που αντιμάχονται, όπως προαναφέρθηκε, και ένα γενικό κλίμα αδιαφορίας για τα της πολιτείας. Φυσικά η φιλοπατρία, απαραίτητο  συστατικό της ψυχοσύνθεσης ενός πολίτη μίας δημοκρατίας απουσιάζει από τις προτεραιότητες της εκπαίδευσης που παρέχει το καθεστώς. Αποτέλεσμα όλων τούτων είναι φυσικά η απουσία της ζωτικότητας, του φρονήματος που απαιτείται όταν τόσο μεγάλα εγχειρήματα γίνονται πλέον τόσο επιτακτικά και έτσι η πολιτεία μένει πρακτικά στάσιμη σε έναν βάλτο βουλιάζοντας αργά και σταθερά.

   Όσον αφορά το τρίτο σημείο του Αριστοτελικού αποσπάσματος θεωρούμε πως δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυσης μιάς και γίνεται πασιφανέστατο για κάποιον απλώς παρατηρώντας την παρούσα κατάσταση της Ελλάδας και των Ελλήνων υπηκόων. Η καθημερινή βιοτική μέριμνα αποσπά την σκέψη των ατόμων προσπαθώντας να τα βγάλουν πέρα και συνάμα τους γεμίζει με άγχος, απελπισία και απογοήτευση, μία κατάσταση που συμβάλλει και στο δεύτερο σημείο, αυτό δηλαδή της απουσίας φρονήματος. Έτσι η κοινωνία εισέρχεται σε έναν φαύλο κύκλο, μη έχοντας τα ψυχικά αποθέματα ώστε να απασχοληθεί με τα πολιτικά και δη τα πολιτειακά ζητήματα, κάτι όμως που είναι μάλλον απαραίτητο ώστε να αλλάξουν οι καταστάσεις στην χώρα και κατ’επέκταση στις ζωές των ατόμων της κοινωνίας. Τα παραπάνω εκτός από τις έριδες, την διχόνοια και την ολιγοψυχία γεννούν και την απάθεια, ένα φαινόμενο που όλο και εντείνεται – συνεπικουρούμενο και από το φαντασιακό του σύγχρονου οικονομικού συστήματος – και που καθιστά το άτομο αδιάφορο για την πολιτεία του, για τα πολιτικά ζητήματα, με έναν λόγο για τα σπουδαιότερα ζητήματα τα οποία επηρεάζουν άμεσα την ζωή του.

    Πέραν των Αριστοτελικών διαπιστώσεων, μία άλλη αιτία της διατήρησης του ολιγαρχικού καθεστώτος στην χώρα μας είναι και η παραπληροφόρηση. Αυτή μπορεί να εντοπιστεί σε πολλά επίπεδα, αλλά η βάση της αφορά την σύγχυση όσον αφορά τις έννοιες. Το καθεστώς με όλους τους φορείς του διαδίδει μέσω κάθε διαθέσιμου μέσου και ευκαιρίας την δημοκρατικότητα του κοινοβουλευτισμού και γενιές επί γενεών μεγάλωσαν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, έχοντας αυτές τις προσλαμβάνουσες. Αποτέλεσμα τούτου είναι ένας μεγάλος αριθμός ατόμων να θεωρούν το παρόν πολίτευμα ως δημοκρατία ( ακόμα και αν θεωρούν πως απλώς δεν λειτουργεί σωστά ). Κάτι τέτοιο φυσικά πρόκειται περί πλάνης μιάς και ο κοινοβουλευτισμός είναι ένα καθόλα ολιγαρχικό πολίτευμα, όπως καταδεικνύεται και τεκμηριώνεται και μέσω μίας σειράς άρθρων στην ιστοσελίδα μας αλλά και μέσω μιάς βιβλιογραφίας η οποία εκτείνεται από την αρχαιότητα μέχρι των ημερών μας. Θα ήταν εκτός του θέματος που πραγματεύεται το παρόν άρθρο μία ανάλυση επί αυτού, μένουμε μόνο στο γεγονός πως ενσπείρεται μία γνώση λανθάνουσα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα το στένεμα του νοητικού ορίζοντα των ατόμων. Ακριβώς επειδή ορίζεται ως δημοκρατία ένα μη δημοκρατικό πολίτευμα αφαιρείται από αυτή ( την δημοκρατία ) η αξίωση της ως εναλλακτική λύση στον κοινοβουλευτισμό. Πράγματι όταν μία κοινωνία θεωρεί την ολιγαρχία ως δημοκρατία δεν μπορεί να προβάλλει την δημοκρατία ως εναλλακτική πολιτειακή θέσμιση, και είναι αυτό που επί του παρόντος συμβαίνει και στην περίπτωση μας. Το σόφισμα του καθεστώτος και των καθεστωτικών που προβάλλεται με την μορφή του διλήμματος «κοινοβουλευτισμός ή δικτατορία» καταδεικνύει αυτό ακριβώς, το ότι δηλαδή η μόνη πιθανή εναλλακτική στο παρόν πολίτευμα μπορεί να είναι μόνο ένα αυταρχικό καθεστώς, αφαιρώντας πλήρως και προσπερνώντας την δημοκρατική προοπτική – κάτι που φυσικά πρόκειται περί μιάς προσπάθειας του καθεστώτος να διατηρηθεί προβάλλοντας ως μόνη άλλη λύση κάτι συγγενικό μεν, αλλά χειρότερο του. Αν η συνείδηση της ολιγαρχικότητας του κοινοβουλευτισμού αλλά και του τι εστί ένα πραγματικά δημοκρατικό πολίτευμα ήταν ριζωμένη στην νοοτροπία των πολιτών τότε η αξίωση για απαλλαγή από αυτή ( την ολιγαρχία ) και ακολούθως για μετάβαση σε δημοκρατία θα ήταν ένα φυσικό επακόλουθο. Αφαιρείται λοιπόν ο στόχος από την κοινωνία και έτσι η αγανάκτηση, η οργή, η αγωνία δεν βρίσκουν ένα πρόταγμα ώστε να εκφραστούν και να μετουσιωθούν σε ελπίδα και πράξη προς κάτι καλύτερο, προς έναν νέο σκοπό και μία νέα δυνατότητα.

     Αλλά αν οι άνθρωποι ήσαν απλώς παραπληροφορημένοι θα αρκούσε ένας τεκμηριωμένος αντίλογος που θα αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Ωστόσο εδώ παρεμβαίνουν ένα σωρό υποσυνείδητοι ψυχολογικοί μηχανισμοί και γνωστικές προκαταλήψεις που αγκυστρώνουν το άτομο με τις προϋπάρχουσες απόψεις ( προσκόλληση στις πεποιθήσεις ) του μη επιτρέποντας το να σκεφθεί ορθολογικά πειθόμενο στα επιχειρήματα και τις αποδείξεις. Και εδώ έγκειται το σοβαρότερο πρόβλημα στην προσπάθεια μεταστροφής της πολιτικής και πολιτειακής συνείδησης των κατ’όνομα πολιτών, κατ’ουσίαν υπηκόων. Αυτό φυσικά είναι ένα φυσικό φαινόμενο, μία υποσυνείδητη λειτουργία του ανθρώπου, η οποία όμως σε κάθε περίπτωση λυσιτελεί μάλλον στην προσπαθεια της ολιγαρχίας να προλάβει την κατάρρευση της παρά στην δημοκρατική αλλαγή. Φυσικά δεν μπορούμε να κατακρίνουμε την κοινωνία για το παραπάνω χαρακτηριστικό μιάς και είναι κάτι που φέρουμε εγγενώς μέσα μας, αλλά εν πάση περιπτώσει πρέπει να επισημανθεί ως ένας ακόμη παράγοντας.

    Ένας άλλος λόγος είναι ο επίσης εγγενής στον άνθρωπο φόβος του νέου και άγνωστου. Δεν είναι λίγες οι φορές στις οποίες ο αντίλογος σε ένα δημοκρατικό πρόταγμα αφορά ακριβώς αυτό, δηλαδή μία σύγχυση ως προς την υφή μίας δημοκρατίας στο σήμερα, εγείροντας ισχυρές αντιδράσεις ως προς την εφαρμοσιμότητα της. Παρόλο που η δημοκρατία δεν είναι διόλου ένα νεογέννητο πολίτευμα, είναι εντούτοις κάτι άγνωστο για τον σύγχρονο άνθρωπο. Γνωρίζοντας λοιπόν και μέσω της εμπειρίας του και μέσω των διδαγμάτων που του προσφέρονται μόνο τους τρόπους και την λειτουργία ενός πολιτεύματος ολιγαρχικού ( κοινοβουλευτισμός ) και ενός τυραννικού ( δικτατορία ) δυσκολεύεται να συλλάβει πως θα μπορούσε να λειτουργήσει μία δημοκρατία στο σήμερα. Είναι σύνηθες το μυαλό μας συνειρμικά να πηγαίνει στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. και προσπαθώντας να φέρουμε ένα τέτοιο πρότυπο πολιτειακής διάρθρωσης στο σήμερα να συναντάμε μεγάλες δυσκολίες οι οποίες μοιάζουν ανέφικτες στην πραγματοποίηση τους. Αν ωστόσο πρέπει να πάρουμε κάτι από την πολιτεία των Αθηναίων αυτό είναι η θεμελιώδης αρχή και η ιδέα της δημοκρατίας, φέρνοντας την στο σήμερα, με τις υπάρχουσες συνθήκες, με τα υπάρχοντα μέσα και τις υπάρχουσες δυνατότητες. Θα ήταν εκτός της θεματολογίας του παρόντος άρθρου το να επεκταθούμε στο πως θα μπορούσε να πραγματωθεί μία δημοκρατία στο σήμερα με βάση τα σύγχρονα μέσα που μας παρέχονται, παραπέμπουμε ως προς αυτό στην αρθρογραφία μας, ας κρατήσουμε μόνο πως αυτά ( τα διαθέσιμα μέσα ) έχουν εξελιχθεί σε τιτάνιο βαθμό από την εποχή του Θεμιστοκλή και του Κλεισθένη παρέχοντας μας νέες ανεξερεύνητες ακόμη δυνατότητες τις οποίες πρέπει να εκμεταλλευτούμε.

    Αυτό που πρέπει σε κάθε περίπτωση να κρατήσουμε εν κατακλείδι είναι πως το να αναγνωρίσουμε πρωτίστως και έπειτα να ξεπεράσουμε αυτές τις νοοτροπίες οι οποίες μας κρατάνε δέσμιους στην παρούσα φαυλότητα και μας εμποδίζουν απ’το να έρθει κάτι νέο και καλύτερο καθίσταται πλέον όχι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Η πορεία των πραγμάτων φαίνεται πλέον όλο και πιο ξεκάθαρη, και είναι αυτές οι στιγμές στις οποίες πρέπει να παρθούν οι μεγάλες αποφάσεις και να γίνουν τα τολμηρά βήματα. Δεν έχουμε πλέον το περιθώριο να παραμένουμε απαθείς ή ολιγόψυχοι και ηττοπαθείς, πρέπει να προσπαθήσουμε ασχέτως των πιθανοτήτων. Δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια του διχασμού και της διαμάχης, πρέπει να απορρίψουμε αυτά που η ολιγαρχία μας έχει ενσπείρει και να χτίσουμε κάτι δικό μας, κάτι νέο. Η αναγέννηση της δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο είναι ένα διακύβευμα που δεν αφορά κανέναν εξουσιαστή, κανέναν επίδοξο «κυβερνήτη» αλλά αφορά εμάς, την κοινωνία των πολιτών.

Previous Article

Υπόμνημα στην «Κίνηση των 91»

Next Article

Είναι η Δημοκρατία μη εφαρμόσιμη?

You might be interested in …

Σε προσκαλούμε να γίνεις μέρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης της χώρας